Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχία της εξωσωματικής γονιμοποίησης


«Παντρεύτηκα στα 30 μου, σήμερα είμαι 39. Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί εγώ και ο σύζυγός μου ότι μετά τον γάμο μας θα μπαίναμε σε ομάδα υπογόνιμων ζευγαριών.
Εχω κάνει οκτώ εξωσωματικές και ήταν όλες ανεπιτυχείς. Κανείς μέχρι τώρα δεν μας είπε γιατί. Το πρόβλημα είναι ότι μας λένε πως δεν υπάρχει πρόβλημα. Τι πρέπει να κάνω; Μπορώ να επιμείνω κι άλλο; Η αλήθεια είναι ότι η ψυχολογία μου δεν βοηθάει καθόλου πλέον. Εχω “σπάσει” τελείως» γράφει η αναγνώστριά μας Δανάη Πετρίδου.


Η επιθυμία μας να αποκτήσουμε ένα παιδί απορρέει από τα ατομικά ένστικτά μας (το μητρικό ένστικτο υπάρχει φυσιολογικά στις γυναίκες), είναι κοινή στους περισσότερους ανθρώπους και φυσικά αυξάνεται καθώς μεγαλώνουμε» εξηγεί ο δρ Μαρίνος Τσιριγώτης, χειρουργός-γυναικολόγος εξειδικευθείς στην ιατρική της αναπαραγωγής.


Οταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα και η απόκτηση ενός παιδιού γίνεται αδύνατη, τότε το βάρος των συναισθημάτων φορτίζει και τους δύο. Ο δρ Τσιριγώτης επεξηγεί τις καταστάσεις που βιώνει ο καθένας από τους δύο συζύγους:


«Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ένα ζευγάρι είναι πιθανό να μην μπορεί να κάνει παιδιά, επειδή έχει πρόβλημα είτε ο άντρας είτε η γυναίκα ή σπανιότερα και οι δύο. Φυσικά, ανάλογα με την περίπτωση, οι ευθύνες που επιφορτίζεται ο καθένας αλλάζουν και καθορίζουν και την ψυχολογική κατάσταση του ίδιου και κατ’ επέκταση του ζευγαριού. Με πιο απλά λόγια, όταν δύο σύντροφοι αρχίσουν να υποψιάζονται ότι ίσως δεν μπορούν να κάνουν παιδιά ακολουθώντας τη φυσιολογική οδό, αλλά και όταν μπουν στη διαδικασία των εξετάσεων για τη διερεύνηση του προβλήματος, η ψυχολογία τους σίγουρα δεν θα είναι καλή ούτε θετική. Οι γυναίκες είναι αυτές που επιφορτίζονται πρώτες τις ευθύνες εξαιτίας της υπογονιμότητας και αυτό είναι φυσικά κάτι που χειροτερεύει την ψψυχολογία τους».


- Τι φταίει στις πολλαπλές αποτυχημένες εξωσωματικές;
Μια εξωσωματική αποτυγχάνει κυρίως γιατί δεν είναι καλά τα έμβρυα τα οποία μεταφέρονται την ημέρα της εμβρυομεταφοράς. Και τα έμβρυα μπορεί να μην είναι καλά είτε γιατί δεν είναι καλής ποιότητας τα ωάρια είτε γιατί το σπέρμα έχει μεγάλες γενετικές βλάβες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δημιουργηθεί ένας υγιής οργανισμός, ένα υγιές έμβρυο το οποίο μετά τη μεταφορά του θα οδηγήσει σε εγκυμοσύνη. Αυτός πιστεύουμε ότι είναι ο κύριος παράγοντας. Τα έμβρυα δεν μπορούν να εμφυτευτούν, επειδή γενετικά δεν είναι σωστά με δεδομένο ότι όλες οι άλλες συνθήκες δημιουργίας των εμβρύων παραμένουν εξαιρετικές. Ομως εκτός από τα έμβρυα, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την προσπάθεια γονιμοποίησης άρα και την έκβαση της θεραπευτικής αγωγής:


- Η μήτρα αντιμετωπίζει προβλήματα ανατομικά, όπως πολύποδες, ινομυώματα, συμφύσεις από προηγούμενα χειρουργεία ή αποξέσεις.


- Προβλήματα λειτουργικά, όπως παθολογία στη λειτουργική της στοιβάδας, το περίφημο ενδομήτριο. Αυτό που κάθε γυναίκα χάνει κάθε μήνα στην περίοδό της.


- Πολυκυστικές ωοθήκες, απόφραξη σαλπίγγων, ασταθής ή ανύπαρκτη ωορρηξία.


- Τέλος, οι τρίτοι παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ξεκινούν από την κατάσταση του ατόμου την ημέρα της εμβρυομεταφοράς. Μια ιογενής ίωση με υψηλό πυρετό ή ακόμη ψυχολογικά προβλήματα με έντονο στρες. Ή προβλήματα που είναι τρίτα ως προς την εξωσωματική, όπως για παράδειγμα ο τρόπος που γίνεται η εμβρυομεταφορά, η χρησιμοποίηση ή όχι υπερηχογραφήματος για την ακριβή θέση τοποθέτησης των εμβρύων την ημέρα της εμβρυομεταφοράς ή η υποστήριξη της μήτρας μετά την εμβρυομεταφορά, δηλαδή αυτό που ονομάζουμε ωχρινική φάση, η ορμονική θεραπεία με άλλα λόγια που δίνουμε για να κάνουμε τη μήτρα πιο δεκτική απέναντι στα έμβρυα."


Πρέπει να ξέρουμε επίσης ότι κατά προσέγγιση στο 30% των υπογόνιμων ζευγαριών η αιτία εντοπίζεται μόνο στη γυναίκα, ένα 30% μόνο στον άντρα (π.χ. αζωοσπερμία, χαμηλή ποιότητα σπέρματος, στυτική δυσλειτουργία), ενώ 30% οφείλεται και στους δύο. Το υπόλοιπο 10% αντιστοιχεί σε ανεξήγητη υπογονιμότητα, της οποίας η αιτία δεν έχει βρεθεί σύμφωνα με τις σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους.


Υπάρχουν όρια


Οσον αφορά την ηλικία, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία μέχρι την ηλικία των 50 ετών μπορούν να υποβληθούν σε εξωσωματική οι γυναίκες που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί. O αριθμός των κύκλων θεραπείας στους οποίους μπορεί να υποβληθεί μία γυναίκα δεν είναι καθορισμένος. Εφόσον υπάρχουν σωστές ενδείξεις (π.χ. ωοθήκες που ανταποκρίνονται στη θεραπεία διέγερσης, καλής ποιότητας ενδομήτριο κ.λπ.) το ποσοστό επιτυχίας -ιδιαίτερα με τη χρήση των νεότερων τεχνικών και βιοτεχνολογικών φαρμάκων, που παρουσιάζουν αυξημένη βιοδραστικότητα συγκριτικά με τα συμβατικά φάρμακα από ούρα- ανέρχεται αθροιστικά περίπου στο 65%-70% ύστερα από τέσσερις κύκλους θεραπείας.


Espressonews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου